αὐξίς

αὐξίς, ίδος, , Byz. for κορδύλη or σκορδύλη,
A young of the tunny, Phryn.Com.56, Arist.HA571a17, Nic.Al.469.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐξίς — young of the tunny fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὖξις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυξίς — Γένος ψαριών. Βλ. λ. κοπάνι. * * * αὐξίς, η (Α) μικρός τόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αύξω ή < αύξη] …   Dictionary of Greek

  • αύξις — Γένος ψαριών. Βλ. λ. κοπάνι. * * * αὖξις, η (Α) η αύξηση …   Dictionary of Greek

  • αὔξει — αὖξις fem nom/voc/acc dual (attic epic) αὔξεϊ , αὖξις fem dat sg (epic) αὖξις fem dat sg (attic ionic) αὐξάνω increase pres ind mp 2nd sg αὐξάνω increase pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔξεις — αὖξις fem nom/voc pl (attic epic) αὖξις fem nom/acc pl (attic) αὐξάνω increase pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξίδα — αὐξίς young of the tunny fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξίδας — αὐξίς young of the tunny fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξίδος — αὐξίς young of the tunny fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔξεσιν — αὖξις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔξισιν — αὖξις fem dat pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.